Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απερικάλυπτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αρχαιοπρεπέςπου δεν τον έχουν περικαλύψει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απερικάλυπτος < ελληνιστική κοινή ἀπερικάλυπτος < αρχαία ελληνική περικαλύπτω < περί + καλύπτω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπερικάλυπτοςαπερικάλυπτηαπερικάλυπτο
Γενικήαπερικάλυπτουαπερικάλυπτηςαπερικάλυπτου
Αιτιατικήαπερικάλυπτοαπερικάλυπτηαπερικάλυπτο
Κλητικήαπερικάλυπτεαπερικάλυπτηαπερικάλυπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπερικάλυπτοιαπερικάλυπτεςαπερικάλυπτα
Γενικήαπερικάλυπτωναπερικάλυπτωναπερικάλυπτων
Αιτιατικήαπερικάλυπτουςαπερικάλυπτεςαπερικάλυπτα
Κλητικήαπερικάλυπτοιαπερικάλυπτεςαπερικάλυπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →