Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απερικύκλωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει περικυκλωθεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απερικύκλωτος < α- + περικυκλώ(νω) + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπερικύκλωτοςαπερικύκλωτηαπερικύκλωτο
Γενικήαπερικύκλωτουαπερικύκλωτηςαπερικύκλωτου
Αιτιατικήαπερικύκλωτοαπερικύκλωτηαπερικύκλωτο
Κλητικήαπερικύκλωτεαπερικύκλωτηαπερικύκλωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπερικύκλωτοιαπερικύκλωτεςαπερικύκλωτα
Γενικήαπερικύκλωτωναπερικύκλωτωναπερικύκλωτων
Αιτιατικήαπερικύκλωτουςαπερικύκλωτεςαπερικύκλωτα
Κλητικήαπερικύκλωτοιαπερικύκλωτεςαπερικύκλωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →