απεσταλμένος
•
- μεσολαβητής ή διαπραγματευτής ή εκπρόσωπος για ορισμένα ζητήματα Βικιλεξικό
- Απεσταλμένος του ΟΗΕ ζητά «άμεσο και άνευ όρων» πάγωμα των στρατιωτικών δραστηριοτήτων" (Περιφερειακό Κέντρο Πληροφόρησης του ΟΗΕ, 07/03/2020 https://unric.org/el/07-03-2020-%CF%85%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BF%CE%B7%CE%B5-%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%AC-%CE%AC/)
- επάγγελμαστη δημοσιογραφική ορολογία, ο ανταποκριτής και στους πολιτικούς φορείς, μόνιμος αντιπρόσωπος) Βικιλεξικό
- Είμαι απεσταλμένη της εφημερίδας Financial Times στην Αθήνα"
- Καλύπτω τη συνέντευξη του Πρωθυπουργού στις Βρυξέλλες ως απεσταλμένος του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων
Ετυμολογία
απεσταλμένος < αποστέλλομαι < αποστέλλω
Άλλοι τύποι
απεσταλμένααπεσταλμένεαπεσταλμένεςαπεσταλμένηαπεσταλμένηςαπεσταλμένοαπεσταλμένοιαπεσταλμένοςαπεσταλμένουαπεσταλμένουςαπεσταλμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →