απευαισθητοποιούμαι
•
- ιατρικήμου προκαλούν απευαισθητοποίηση από αλλεργιογόνες ουσίες Βικιλεξικό
- με κάνουν αναίσθητο ή λιγότερο ευαίσθητο ψυχικά και συναισθηματικά, ή γίνομαι λιγότερο ευαίσθητος με δική μου επιλογή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απευαισθητοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος απευαισθητοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απευαισθητοποιούμαι | απευαισθητοποιείσαι | απευαισθητοποιείται | απευαισθητοποιούμαστε | απευαισθητοποιείστε | απευαισθητοποιούνται |
| Παρατατικός | απευαισθητοποιούμουν | απευαισθητοποιούσουν | απευαισθητοποιούνταν | απευαισθητοποιούμασταν / απευαισθητοποιούμαστε | απευαισθητοποιούσασταν / απευαισθητοποιούσαστε | απευαισθητοποιούνταν |
| Αόριστος | απευαισθητοποιήθηκα | απευαισθητοποιήθηκες | απευαισθητοποιήθηκε | απευαισθητοποιηθήκαμε | απευαισθητοποιηθήκατε | απευαισθητοποιήθηκαν / απευαισθητοποιηθήκαν / απευαισθητοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα απευαισθητοποιηθώ / θα απευαισθητοποιούμαι | θα απευαισθητοποιείσαι / θα απευαισθητοποιηθείς | θα απευαισθητοποιείται / θα απευαισθητοποιηθεί | θα απευαισθητοποιηθούμε / θα απευαισθητοποιούμαστε | θα απευαισθητοποιείστε / θα απευαισθητοποιηθείτε | θα απευαισθητοποιηθούν / θα απευαισθητοποιηθούνε / θα απευαισθητοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω απευαισθητοποιηθεί | έχεις απευαισθητοποιηθεί | έχει απευαισθητοποιηθεί | έχουμε απευαισθητοποιηθεί | έχετε απευαισθητοποιηθεί | έχουν απευαισθητοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα απευαισθητοποιηθεί | είχες απευαισθητοποιηθεί | είχε απευαισθητοποιηθεί | είχαμε απευαισθητοποιηθεί | είχατε απευαισθητοποιηθεί | είχαν απευαισθητοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω απευαισθητοποιηθεί / να απευαισθητοποιηθώ / να απευαισθητοποιούμαι | να έχεις απευαισθητοποιηθεί / να απευαισθητοποιείσαι / να απευαισθητοποιηθείς | να έχει απευαισθητοποιηθεί / να απευαισθητοποιείται / να απευαισθητοποιηθεί | να έχουμε απευαισθητοποιηθεί / να απευαισθητοποιηθούμε / να απευαισθητοποιούμαστε | να έχετε απευαισθητοποιηθεί / να απευαισθητοποιείστε / να απευαισθητοποιηθείτε | να έχουν απευαισθητοποιηθεί / να απευαισθητοποιηθούν / να απευαισθητοποιηθούνε / να απευαισθητοποιούνται |
| Προστακτική | — | απευαισθητοποιήσου | — | — | απευαισθητοποιείστε / απευαισθητοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →