Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απευαισθητοποιούμαι

ρήμα
•
  1. ιατρικήμου προκαλούν απευαισθητοποίηση από αλλεργιογόνες ουσίες Βικιλεξικό
  2. με κάνουν αναίσθητο ή λιγότερο ευαίσθητο ψυχικά και συναισθηματικά, ή γίνομαι λιγότερο ευαίσθητος με δική μου επιλογή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απευαισθητοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος απευαισθητοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπευαισθητοποιούμαιαπευαισθητοποιείσαιαπευαισθητοποιείταιαπευαισθητοποιούμαστεαπευαισθητοποιείστεαπευαισθητοποιούνται
Παρατατικόςαπευαισθητοποιούμουναπευαισθητοποιούσουναπευαισθητοποιούνταναπευαισθητοποιούμασταν / απευαισθητοποιούμαστεαπευαισθητοποιούσασταν / απευαισθητοποιούσαστεαπευαισθητοποιούνταν
Αόριστοςαπευαισθητοποιήθηκααπευαισθητοποιήθηκεςαπευαισθητοποιήθηκεαπευαισθητοποιηθήκαμεαπευαισθητοποιηθήκατεαπευαισθητοποιήθηκαν / απευαισθητοποιηθήκαν / απευαισθητοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα απευαισθητοποιηθώ / θα απευαισθητοποιούμαιθα απευαισθητοποιείσαι / θα απευαισθητοποιηθείςθα απευαισθητοποιείται / θα απευαισθητοποιηθείθα απευαισθητοποιηθούμε / θα απευαισθητοποιούμαστεθα απευαισθητοποιείστε / θα απευαισθητοποιηθείτεθα απευαισθητοποιηθούν / θα απευαισθητοποιηθούνε / θα απευαισθητοποιούνται
Παρακείμενοςέχω απευαισθητοποιηθείέχεις απευαισθητοποιηθείέχει απευαισθητοποιηθείέχουμε απευαισθητοποιηθείέχετε απευαισθητοποιηθείέχουν απευαισθητοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα απευαισθητοποιηθείείχες απευαισθητοποιηθείείχε απευαισθητοποιηθείείχαμε απευαισθητοποιηθείείχατε απευαισθητοποιηθείείχαν απευαισθητοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω απευαισθητοποιηθεί / να απευαισθητοποιηθώ / να απευαισθητοποιούμαινα έχεις απευαισθητοποιηθεί / να απευαισθητοποιείσαι / να απευαισθητοποιηθείςνα έχει απευαισθητοποιηθεί / να απευαισθητοποιείται / να απευαισθητοποιηθείνα έχουμε απευαισθητοποιηθεί / να απευαισθητοποιηθούμε / να απευαισθητοποιούμαστενα έχετε απευαισθητοποιηθεί / να απευαισθητοποιείστε / να απευαισθητοποιηθείτενα έχουν απευαισθητοποιηθεί / να απευαισθητοποιηθούν / να απευαισθητοποιηθούνε / να απευαισθητοποιούνται
Προστακτική—απευαισθητοποιήσου——απευαισθητοποιείστε / απευαισθητοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →