απεχθώς
•
- λόγιομε απεχθή τρόπο, με απέχθεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεχθώς < αρχαία ελληνική ἀπεχθῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
απεχθώς < αρχαία ελληνική ἀπεχθῶς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →