Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απεύθυνση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού απευθύνω / απευθύνομαι Βικιλεξικό
    • Όσο για το μακροσκοπικό επίπεδο, μια αυτοδιοίκηση με γνήσια απεύθυνση και αναφορά στην κοινωνική βάση θα βοηθήσει το πολιτικό σύστημα να αποκτήσει τη θεσμική και πολιτική «βιοποικιλότητα» που απαιτείται προκειμένου να προσαρμοστεί και να επιβιώσει. (*)
    • Η διατήρηση του υψηλού επιπέδου, η απεύθυνση στο διεθνές κοινό και η συνακόλουθη σύνδεση με τον τουρισμό παραμένουν πάντα τα μεγάλα ζητούμενα. (*)
  2. θέατροτο να απευθύνεται κάποιος ηθοποιός στο κοινό, βγαίνοντας για λίγο από την κύρια θεατρική ή κινηματογραφική ροή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απεύθυνση < ελληνιστική κοινή ἀπεύθυνσις (ίσιωμα, διόρθωση, επανόρθωση) < αρχαία ελληνική ἀπευθύνω < εὐθύνω < εὐθύς (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική adressage)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπεύθυνσηαπευθύνσεις
Γενικήαπεύθυνσηςαπευθύνσεων
Αιτιατικήαπεύθυνσηαπευθύνσεις
Κλητικήαπεύθυνσηαπευθύνσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →