απηχητικότητα
•
- σπάνιοη ιδιότητα του απηχητικού, αυτού που έχει ή δημιουργεί απήχηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απηχητικότητα < απηχητικός + -ότητα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απηχητικότητα | απηχητικότητες |
| Γενική | απηχητικότητας | απηχητικοτήτων |
| Αιτιατική | απηχητικότητα | απηχητικότητες |
| Κλητική | απηχητικότητα | απηχητικότητες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →