απλάδι
•
- ιδιωματικόμάλλινο και συχνά χειροποίητο σκέπασμα ή στρωσίδι, λιτό στην ύφανση, που χρησιμοποιούνταν παραδοσιακά ως σεντόνι ή κάλυμμα κρεβατιού σε αγροτικές περιοχές Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςελαφρύ και απλό αλιευτικό δίχτυ, χωρίς πολλαπλά στρώματα, σχεδιασμένο για ειδικές τεχνικές ψαρέματος, ιδιαίτερα σε παράκτιες και νησιωτικές περιοχές Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςεπίπεδο ξύλινο κατάστρωμα χωρίς τρόπιδα, χαρακτηριστικό των μικρών πλοιαρίων της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου, που γλιστράει αβαθώς στο νερό Βικιλεξικό
- ιδιωματικόρηχό πινάκιο ή πιάτο, από πηλό ή άλλο υλικό, κατάλληλο για σερβίρισμα στερεών ή παχύρρευστων φαγητών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απλάδι < μεσαιωνική ελληνική ἁπλάδα < αρχαία ελληνική ἁπλόος / ἁπλοῦς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απλάδι | απλάδια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | απλάδι | απλάδια |
| Κλητική | απλάδι | απλάδια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →