Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλάκωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον έχουν πλακώσει Βικιλεξικό
  2. που δεν τον έχουν πλακοστρώσει Βικιλεξικό
  3. στο τάβλιπου δεν τον έχουν ακινητοποιήσει πλακώνοντάς τον (για πούλια) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απλάκωτος < α- + πλακώνω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλάκωτοςαπλάκωτηαπλάκωτο
Γενικήαπλάκωτουαπλάκωτηςαπλάκωτου
Αιτιατικήαπλάκωτοαπλάκωτηαπλάκωτο
Κλητικήαπλάκωτεαπλάκωτηαπλάκωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλάκωτοιαπλάκωτεςαπλάκωτα
Γενικήαπλάκωτωναπλάκωτωναπλάκωτων
Αιτιατικήαπλάκωτουςαπλάκωτεςαπλάκωτα
Κλητικήαπλάκωτοιαπλάκωτεςαπλάκωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →