απλήγιαστος
•
- που δεν το έχουν πληγιάσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απλήγιαστος < α- + πληγιάζω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απλήγιαστος | απλήγιαστη | απλήγιαστο |
| Γενική | απλήγιαστου | απλήγιαστης | απλήγιαστου |
| Αιτιατική | απλήγιαστο | απλήγιαστη | απλήγιαστο |
| Κλητική | απλήγιαστε | απλήγιαστη | απλήγιαστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απλήγιαστοι | απλήγιαστες | απλήγιαστα |
| Γενική | απλήγιαστων | απλήγιαστων | απλήγιαστων |
| Αιτιατική | απλήγιαστους | απλήγιαστες | απλήγιαστα |
| Κλητική | απλήγιαστοι | απλήγιαστες | απλήγιαστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →