Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλήρωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει πληρωθεί για τη δουλειά που έκανε Βικιλεξικό
    • άφησε τους εργάτες απλήρωτους
  2. που παραμένει κενός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απλήρωτος < α- στερητικό + πληρῶ/πληρώνω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλήρωτοςαπλήρωτηαπλήρωτο
Γενικήαπλήρωτουαπλήρωτηςαπλήρωτου
Αιτιατικήαπλήρωτοαπλήρωτηαπλήρωτο
Κλητικήαπλήρωτεαπλήρωτηαπλήρωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλήρωτοιαπλήρωτεςαπλήρωτα
Γενικήαπλήρωτωναπλήρωτωναπλήρωτων
Αιτιατικήαπλήρωτουςαπλήρωτεςαπλήρωτα
Κλητικήαπλήρωτοιαπλήρωτεςαπλήρωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →