απλικασιόν
•
- ύφασμαη τεχνική απλικέ, κεντήματος με εφαρμογή διακοσμητικών στοιχείων πάνω σε άλλο ύφασμα Βικιλεξικό
- Μαθαίνει, ακόμη, τεχνικές μεταφοράς σχεδίων του σε ύφασμα με ανεξίτηλα χρώματα υφάσματος (textile colors): σχεδιασμός με το χέρι και με τις τεχνικές στάμπας, stencil, απλικασιόν και κεντήματος.
- Η κυρία Ρούσου, στην απέναντι πολυκατοικία, άφηνε τα σεντόνια της ν' αερίζονται ως το μεσημέρι. «Για να βλέπει ο κόσμος πως είναι με απλικασιόν», έλεγε η Γεωργία, η θυρωρός μας.
Ετυμολογία
απλικασιόν < απροσάρμοστο (λόγιο δάνειο) γαλλική application (εφαρμογή)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →