απλοποιούμαι
•
- γίνομαι πιο απλός, λιγότερο περίπλοκος Βικιλεξικό
- για μαθηματικές πράξειςμετατρέπομαι σε κλάσμα με ίδιες αναλογίες αλλά με πιο μικρούς όρους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απλοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος απλοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απλοποιούμαι | απλοποιείσαι | απλοποιείται | απλοποιούμαστε | απλοποιείστε | απλοποιούνται |
| Παρατατικός | απλοποιούμουν | απλοποιούσουν | απλοποιούνταν | απλοποιούμασταν / απλοποιούμαστε | απλοποιούσασταν / απλοποιούσαστε | απλοποιούνταν |
| Αόριστος | απλοποιήθηκα | απλοποιήθηκες | απλοποιήθηκε | απλοποιηθήκαμε | απλοποιηθήκατε | απλοποιήθηκαν / απλοποιηθήκαν / απλοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα απλοποιηθώ / θα απλοποιούμαι | θα απλοποιείσαι / θα απλοποιηθείς | θα απλοποιείται / θα απλοποιηθεί | θα απλοποιηθούμε / θα απλοποιούμαστε | θα απλοποιείστε / θα απλοποιηθείτε | θα απλοποιηθούν / θα απλοποιηθούνε / θα απλοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω απλοποιηθεί | έχεις απλοποιηθεί | έχει απλοποιηθεί | έχουμε απλοποιηθεί | έχετε απλοποιηθεί | έχουν απλοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα απλοποιηθεί | είχες απλοποιηθεί | είχε απλοποιηθεί | είχαμε απλοποιηθεί | είχατε απλοποιηθεί | είχαν απλοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω απλοποιηθεί / να απλοποιηθώ / να απλοποιούμαι | να έχεις απλοποιηθεί / να απλοποιείσαι / να απλοποιηθείς | να έχει απλοποιηθεί / να απλοποιείται / να απλοποιηθεί | να έχουμε απλοποιηθεί / να απλοποιηθούμε / να απλοποιούμαστε | να έχετε απλοποιηθεί / να απλοποιείστε / να απλοποιηθείτε | να έχουν απλοποιηθεί / να απλοποιηθούν / να απλοποιηθούνε / να απλοποιούνται |
| Προστακτική | — | απλοποιήσου | — | — | απλοποιείστε / απλοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →