Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλοποιούμαι

ρήμα
•
  1. γίνομαι πιο απλός, λιγότερο περίπλοκος Βικιλεξικό
  2. για μαθηματικές πράξειςμετατρέπομαι σε κλάσμα με ίδιες αναλογίες αλλά με πιο μικρούς όρους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απλοποιούμαι < παθητική φωνή του ρήματος απλοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπλοποιούμαιαπλοποιείσαιαπλοποιείταιαπλοποιούμαστεαπλοποιείστεαπλοποιούνται
Παρατατικόςαπλοποιούμουναπλοποιούσουναπλοποιούνταναπλοποιούμασταν / απλοποιούμαστεαπλοποιούσασταν / απλοποιούσαστεαπλοποιούνταν
Αόριστοςαπλοποιήθηκααπλοποιήθηκεςαπλοποιήθηκεαπλοποιηθήκαμεαπλοποιηθήκατεαπλοποιήθηκαν / απλοποιηθήκαν / απλοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα απλοποιηθώ / θα απλοποιούμαιθα απλοποιείσαι / θα απλοποιηθείςθα απλοποιείται / θα απλοποιηθείθα απλοποιηθούμε / θα απλοποιούμαστεθα απλοποιείστε / θα απλοποιηθείτεθα απλοποιηθούν / θα απλοποιηθούνε / θα απλοποιούνται
Παρακείμενοςέχω απλοποιηθείέχεις απλοποιηθείέχει απλοποιηθείέχουμε απλοποιηθείέχετε απλοποιηθείέχουν απλοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα απλοποιηθείείχες απλοποιηθείείχε απλοποιηθείείχαμε απλοποιηθείείχατε απλοποιηθείείχαν απλοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω απλοποιηθεί / να απλοποιηθώ / να απλοποιούμαινα έχεις απλοποιηθεί / να απλοποιείσαι / να απλοποιηθείςνα έχει απλοποιηθεί / να απλοποιείται / να απλοποιηθείνα έχουμε απλοποιηθεί / να απλοποιηθούμε / να απλοποιούμαστενα έχετε απλοποιηθεί / να απλοποιείστε / να απλοποιηθείτενα έχουν απλοποιηθεί / να απλοποιηθούν / να απλοποιηθούνε / να απλοποιούνται
Προστακτική—απλοποιήσου——απλοποιείστε / απλοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →