απλοποιώ
•
- κάνω κάτι πιο απλό Βικιλεξικό
- μαθηματικάαντικαθιστώ τον αριθμητή και τον παρονομαστή ενός κλάσματος με ανάλογους μικρότερους αριθμούς Βικιλεξικό
- γραμματικήγράφω πιο απλά μια λέξη, π.χ. καταργώ κάποιο διπλό σύμφωνο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απλοποιώ < απλός + -ο- + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική simplifier)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απλοποιώ | απλοποιείς | απλοποιεί | απλοποιούμε | απλοποιείτε | απλοποιούν / απλοποιούνε |
| Παρατατικός | απλοποιούσα | απλοποιούσες | απλοποιούσε | απλοποιούσαμε | απλοποιούσατε | απλοποιούσαν / απλοποιούσανε |
| Αόριστος | απλοποίησα | απλοποίησες | απλοποίησε | απλοποιήσαμε | απλοποιήσατε | απλοποίησαν / απλοποιήσαν / απλοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα απλοποιήσω / θα απλοποιώ | θα απλοποιήσεις / θα απλοποιείς | θα απλοποιήσει / θα απλοποιεί | θα απλοποιήσουμε / θα απλοποιούμε | θα απλοποιήσετε / θα απλοποιείτε | θα απλοποιήσουν / θα απλοποιήσουνε / θα απλοποιούν / θα απλοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω απλοποιήσει | έχεις απλοποιήσει | έχει απλοποιήσει | έχουμε απλοποιήσει | έχετε απλοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απλοποιήσει | είχες απλοποιήσει | είχε απλοποιήσει | είχαμε απλοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απλοποιήσει / να απλοποιήσω / να απλοποιώ | να έχεις απλοποιήσει / να απλοποιήσεις / να απλοποιείς | να έχει απλοποιήσει / να απλοποιήσει / να απλοποιεί | να έχουμε απλοποιήσει / να απλοποιήσουμε / να απλοποιούμε | να έχετε απλοποιήσει / να απλοποιήσετε / να απλοποιείτε | να απλοποιήσουν / να απλοποιήσουνε / να απλοποιούν / να απλοποιούνε |
| Προστακτική | — | απλοποίει / απλοποίησε | — | — | απλοποιήστε / απλοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →