Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλοποιώ

ρήμα
•
  1. κάνω κάτι πιο απλό Βικιλεξικό
  2. μαθηματικάαντικαθιστώ τον αριθμητή και τον παρονομαστή ενός κλάσματος με ανάλογους μικρότερους αριθμούς Βικιλεξικό
  3. γραμματικήγράφω πιο απλά μια λέξη, π.χ. καταργώ κάποιο διπλό σύμφωνο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απλοποιώ < απλός + -ο- + -ποιώ (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική simplifier)

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπλοποιώαπλοποιείςαπλοποιείαπλοποιούμεαπλοποιείτεαπλοποιούν / απλοποιούνε
Παρατατικόςαπλοποιούσααπλοποιούσεςαπλοποιούσεαπλοποιούσαμεαπλοποιούσατεαπλοποιούσαν / απλοποιούσανε
Αόριστοςαπλοποίησααπλοποίησεςαπλοποίησεαπλοποιήσαμεαπλοποιήσατεαπλοποίησαν / απλοποιήσαν / απλοποιήσανε
Μέλλονταςθα απλοποιήσω / θα απλοποιώθα απλοποιήσεις / θα απλοποιείςθα απλοποιήσει / θα απλοποιείθα απλοποιήσουμε / θα απλοποιούμεθα απλοποιήσετε / θα απλοποιείτεθα απλοποιήσουν / θα απλοποιήσουνε / θα απλοποιούν / θα απλοποιούνε
Παρακείμενοςέχω απλοποιήσειέχεις απλοποιήσειέχει απλοποιήσειέχουμε απλοποιήσειέχετε απλοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα απλοποιήσειείχες απλοποιήσειείχε απλοποιήσειείχαμε απλοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω απλοποιήσει / να απλοποιήσω / να απλοποιώνα έχεις απλοποιήσει / να απλοποιήσεις / να απλοποιείςνα έχει απλοποιήσει / να απλοποιήσει / να απλοποιείνα έχουμε απλοποιήσει / να απλοποιήσουμε / να απλοποιούμενα έχετε απλοποιήσει / να απλοποιήσετε / να απλοποιείτενα απλοποιήσουν / να απλοποιήσουνε / να απλοποιούν / να απλοποιούνε
Προστακτική—απλοποίει / απλοποίησε——απλοποιήστε / απλοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →