Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλωσιά

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικείοανοιχτό και ευρύχωρο μέρος Βικιλεξικό
    • Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος, / του γυρισμού, στη μεγάλη / της αμμουδιάς απλωσιά. / Στην καρδιά μου / τα βλέφαρά μου κλεισμένα· / και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...
  2. άπλα, ευρυχωρία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απλωσιά < μεσαιωνική ελληνική ἁπλωσία < (ελληνιστική κοινή)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπλωσιάαπλωσιές
Γενικήαπλωσιάςαπλωσιών
Αιτιατικήαπλωσιάαπλωσιές
Κλητικήαπλωσιάαπλωσιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →