απλωσιά
•
- οικείοανοιχτό και ευρύχωρο μέρος Βικιλεξικό
- Ύπνος ιερός, λιονταρίσιος, / του γυρισμού, στη μεγάλη / της αμμουδιάς απλωσιά. / Στην καρδιά μου / τα βλέφαρά μου κλεισμένα· / και λάμπει, ωσάν ήλιος, βαθιά μου...
- άπλα, ευρυχωρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απλωσιά < μεσαιωνική ελληνική ἁπλωσία < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απλωσιά | απλωσιές |
| Γενική | απλωσιάς | απλωσιών |
| Αιτιατική | απλωσιά | απλωσιές |
| Κλητική | απλωσιά | απλωσιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →