Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλοχέρα

επίθετο
•
  1. θηλυκό του απλοχέρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

απλόχερα

επίρρημα
•
  1. για κολύμπιμε απλωτές Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάμε γενναιοδωρία, πρόθυμα και χωρίς τσιγκουνιά Βικιλεξικό
    • Δεν περίμενα ποτέ ότι αυτός ο καταπιεσμένος γραβατάκιας, που πήγα να του πάρω μια κοινότοπη συνέντευξη, θα είχε μέσα του τόση ομορφιά να προσφέρει απλόχερα σε μια γυναίκα (Κώστας Μουρσελάς, Το παιχνίδι των τεσσάρων: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτης, 1998)

Ετυμολογία

απλόχερα < απλόχερος + -α

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →