Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλόχωρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που χαρακτηρίζεται από επάρκεια χώρου, ικανοποιητικά ευρύς και άνετος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απλόχωρος < μεσαιωνική ελληνική < απλο- (με την έννοια του απλώνω) + χώρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλόχωροςαπλόχωρηαπλόχωρο
Γενικήαπλόχωρουαπλόχωρηςαπλόχωρου
Αιτιατικήαπλόχωροαπλόχωρηαπλόχωρο
Κλητικήαπλόχωρεαπλόχωρηαπλόχωρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλόχωροιαπλόχωρεςαπλόχωρα
Γενικήαπλόχωρωναπλόχωρωναπλόχωρων
Αιτιατικήαπλόχωρουςαπλόχωρεςαπλόχωρα
Κλητικήαπλόχωροιαπλόχωρεςαπλόχωρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →