Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποβάθρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ειδικά διαμορφωμένος χώρος σε λιμάνια και σιδηροδρομικούς σταθμούς για την αποβίβαση και επιβίβαση επιβατών του συγκεκριμένου μέσου μεταφοράς, καθώς και η φόρτωση -εκφόρτωση εμπορευμάτων Βικιλεξικό
    • Παρ'όλο που ήταν γιορτή για τους ορθοδόξους, όλοι όσοι είχαν αλισβερίσι με το λιμάνι, ήταν στην αποβάθρα απ'το πρωί, γιατί οι ανάγκες των καραβιών δε σταματούσαν ποτέ. (Ισίδωρος Ζουργός, Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, εκδ. Πατάκης, 2016)

Ετυμολογία

αποβάθρα < αρχαία ελληνική ἀποβάθρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποβάθρααποβάθρες
Γενικήαποβάθραςαποβαθρών
Αιτιατικήαποβάθρααποβάθρες
Κλητικήαποβάθρααποβάθρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →