αποβάμβακας
•
- όσο βαμβάκι έχει απομείνει στο φυτό μετά τη συλλογή του βαμβακιού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποβάμβακας < απο- + βαμβάκ(ι) + -ας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποβάμβακας | αποβάμβακες |
| Γενική | αποβάμβακα | αποβαμβάκων |
| Αιτιατική | αποβάμβακα | αποβάμβακες |
| Κλητική | αποβάμβακα | αποβάμβακες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →