Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποβαίνω

ρήμα
•
  1. λόγιοκαταλήγω να είμαι ή απολήγω σε κάτι συγκεκριμένο (για δήλωση του τελικού αποτελέσματος μιας ενέργειας ή πορείας, ενίοτε με αρνητική ή απρόσμενη χροιά) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποβαίνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποβαίνω < ἀπο- + βαίνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποβαίνωαποβαίνειςαποβαίνειαποβαίνουμεαποβαίνετεαποβαίνουν / αποβαίνουνε
Παρατατικόςαπέβαινααπέβαινεςαπέβαινεαποβαίναμεαποβαίνατεαπέβαιναν / αποβαίναν / αποβαίνανε
Αόριστοςαπέβηναπέβηςαπέβηαποβήκαμεαποβήκατεαπέβησαν
Μέλλονταςθα αποβαίνω / θα αποβώθα αποβαίνεις / θα αποβείςθα αποβαίνει / θα αποβείθα αποβαίνουμε / θα αποβούμεθα αποβαίνετε / θα αποβείτεθα αποβαίνουν / θα αποβαίνουνε / θα αποβούν
Παρακείμενοςέχω αποβείέχεις αποβείέχει αποβείέχουμε αποβείέχετε αποβείέχουν αποβεί
Υπερσυντέλικοςείχα αποβείείχες αποβείείχε αποβείείχαμε αποβείείχατε αποβείείχαν αποβεί
Υποτακτικήνα έχω αποβεί / να αποβαίνω / να αποβώνα έχεις αποβεί / να αποβαίνεις / να αποβείςνα έχει αποβεί / να αποβαίνει / να αποβείνα έχουμε αποβεί / να αποβαίνουμε / να αποβούμενα έχετε αποβεί / να αποβαίνετε / να αποβείτενα έχουν αποβεί / να αποβαίνουν / να αποβαίνουνε / να αποβούν
Προστακτική—απόβαινε——αποβαίνετε / αποβείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →