αποβιώνω
•
- λόγιοπεθαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποβιώνω < ελληνιστική ἀποβιόω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
αποβιώνω < ελληνιστική ἀποβιόω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →