αποβλέπω
•
- αποσκοπώ, στοχεύω, έχω ως σκοπό Βικιλεξικό
- βασίζομαι πάνω στις ενέργειες ή τις ικανότητες κάποιου, ελπίζοντας να βγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα Βικιλεξικό
- αποβλέπω στη βοήθειά του
Ετυμολογία
αποβλέπω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποβλέπω < ἀπό + βλέπω :* για τη σημασία: βασίζομαι σε... < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική look to
Άλλοι τύποι
απέβλεψααπόβλεψααπόειδα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →