αποβράζω
•
- λαϊκότροποσταματώ να βράζω, ολοκληρώνω το βράσιμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποβράζω < (ελληνιστική κοινή) / ἀποβράσσω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποβράζω | αποβράζεις | αποβράζει | αποβράζουμε | αποβράζετε | αποβράζουν / αποβράζουνε |
| Παρατατικός | αποέβραζα | αποέβραζες | αποέβραζε | αποβράζαμε | αποβράζατε | αποέβραζαν / αποβράζαν / αποβράζανε |
| Αόριστος | αποέβρασα | αποέβρασες | αποέβρασε | αποβράσαμε | αποβράσατε | αποέβρασαν / αποβράσαν / αποβράσανε |
| Μέλλοντας | θα αποβράζω / θα αποβράσω | θα αποβράζεις / θα αποβράσεις | θα αποβράζει / θα αποβράσει | θα αποβράζουμε / θα αποβράσουμε | θα αποβράζετε / θα αποβράσετε | θα αποβράζουν / θα αποβράζουνε / θα αποβράσουν / θα αποβράσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποβράσει | έχεις αποβράσει | έχει αποβράσει | έχουμε αποβράσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποβράσει | είχες αποβράσει | είχε αποβράσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποβράσει / να αποβράζω / να αποβράσω | να έχεις αποβράσει / να αποβράζεις / να αποβράσεις | να έχει αποβράσει / να αποβράζει / να αποβράσει | να έχουμε αποβράσει / να αποβράζουμε / να αποβράσουμε | να αποβράζετε / να αποβράσετε | να αποβράζουν / να αποβράζουνε / να αποβράσουν / να αποβράσουνε |
| Προστακτική | — | απόβραζε / απόβρασε | — | — | αποβράζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποβράστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →