απογίνομαι
•
- γίνομαι Βικιλεξικό
- καταλήγω Βικιλεξικό
- για φρούταωριμάζω Βικιλεξικό
- ξεγίνομαι Βικιλεξικό
- παραγίνομαι Βικιλεξικό
- γίνομαι χειρότερος, χειροτερεύω Βικιλεξικό
- δε φέρομαι σωστά, παραφέρομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απογίνομαι < αρχαία ελληνική ἀπογίνομαι / ἀπογίγνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →