απογαλακτίζω
•
- μαθαίνω ένα βρέφος να τρέφεται με άλλες τροφές εκτός από το μητρικό γάλα, σταματώ το θηλασμό Βικιλεξικό
- μεταφορικάαπεξαρτώ κάποιον από την ανάγκη για διαρκή φροντίδα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απογαλακτίζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απογαλακτίζω | απογαλακτίζεις | απογαλακτίζει | απογαλακτίζουμε | απογαλακτίζετε | απογαλακτίζουν / απογαλακτίζουνε |
| Παρατατικός | απογαλάκτιζα | απογαλάκτιζες | απογαλάκτιζε | απογαλακτίζαμε | απογαλακτίζατε | απογαλάκτιζαν / απογαλακτίζαν / απογαλακτίζανε |
| Αόριστος | απογαλάκτισα | απογαλάκτισες | απογαλάκτισε | απογαλακτίσαμε | απογαλακτίσατε | απογαλάκτισαν / απογαλακτίσαν / απογαλακτίσανε |
| Μέλλοντας | θα απογαλακτίζω / θα απογαλακτίσω | θα απογαλακτίζεις / θα απογαλακτίσεις | θα απογαλακτίζει / θα απογαλακτίσει | θα απογαλακτίζουμε / θα απογαλακτίσουμε | θα απογαλακτίζετε / θα απογαλακτίσετε | θα απογαλακτίζουν / θα απογαλακτίζουνε / θα απογαλακτίσουν / θα απογαλακτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απογαλακτίσει | έχεις απογαλακτίσει | έχει απογαλακτίσει | έχουμε απογαλακτίσει | έχετε απογαλακτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απογαλακτίσει | είχες απογαλακτίσει | είχε απογαλακτίσει | είχαμε απογαλακτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απογαλακτίσει / να απογαλακτίζω / να απογαλακτίσω | να έχεις απογαλακτίσει / να απογαλακτίζεις / να απογαλακτίσεις | να έχει απογαλακτίσει / να απογαλακτίζει / να απογαλακτίσει | να έχουμε απογαλακτίσει / να απογαλακτίζουμε / να απογαλακτίσουμε | να έχετε απογαλακτίσει / να απογαλακτίζετε / να απογαλακτίσετε | να απογαλακτίζουν / να απογαλακτίζουνε / να απογαλακτίσουν / να απογαλακτίσουνε |
| Προστακτική | — | απογαλάκτιζε / απογαλάκτισε | — | — | απογαλακτίζετε / απογαλακτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →