απογειώνομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος απογειώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απογειώνομαι | απογειώνεσαι | απογειώνεται | απογειωνόμαστε | απογειώνεστε | απογειώνονται |
| Παρατατικός | απογειωνόμουν / απογειωνόμουνα | απογειωνόσουν / απογειωνόσουνα | απογειωνόταν / απογειωνότανε | απογειωνόμασταν / απογειωνόμαστε | απογειωνόσασταν / απογειωνόσαστε | απογειωνόντουσαν / απογειώνονταν |
| Αόριστος | απογειώθηκα | απογειώθηκες | απογειώθηκε | απογειωθήκαμε | απογειωθήκατε | απογειωθήκαν / απογειωθήκανε / απογειώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα απογειωθώ / θα απογειώνομαι | θα απογειωθείς / θα απογειώνεσαι | θα απογειωθεί / θα απογειώνεται | θα απογειωθούμε / θα απογειωνόμαστε | θα απογειωθείτε / θα απογειώνεστε | θα απογειωθούν / θα απογειωθούνε / θα απογειώνονται |
| Παρακείμενος | έχω απογειωθεί | έχεις απογειωθεί | έχει απογειωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απογειωθεί | είχες απογειωθεί | είχε απογειωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απογειωθεί / να απογειωθώ / να απογειώνομαι | να έχεις απογειωθεί / να απογειωθείς / να απογειώνεσαι | να έχει απογειωθεί / να απογειωθεί / να απογειώνεται | να απογειωθούμε / να απογειωνόμαστε | να απογειωθείτε / να απογειώνεστε | να απογειωθούν / να απογειωθούνε / να απογειώνονται |
| Προστακτική | — | απογειώνου / απογειώσου | — | — | απογειωθείτε / απογειώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →