απογειώνω
•
- αεροπορικός όροςσηκώνω από το έδαφος κάτι και το εξαναγκάζω να πετάξει Βικιλεξικό
- μεταφορικάπροκαλώ μεγάλη αύξηση μιας ποσότητας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απογειώνω < (ελληνιστική κοινή) + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απογειώνω | απογειώνεις | απογειώνει | απογειώνουμε | απογειώνετε | απογειώνουν / απογειώνουνε |
| Παρατατικός | απογείωνα | απογείωνες | απογείωνε | απογειώναμε | απογειώνατε | απογείωναν / απογειώναν / απογειώνανε |
| Αόριστος | απογείωσα | απογείωσες | απογείωσε | απογειώσαμε | απογειώσατε | απογείωσαν / απογειώσαν / απογειώσανε |
| Μέλλοντας | θα απογειώνω / θα απογειώσω | θα απογειώνεις / θα απογειώσεις | θα απογειώνει / θα απογειώσει | θα απογειώνουμε / θα απογειώσουμε | θα απογειώνετε / θα απογειώσετε | θα απογειώνουν / θα απογειώνουνε / θα απογειώσουν / θα απογειώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απογειώσει | έχεις απογειώσει | έχει απογειώσει | έχουμε απογειώσει | έχετε απογειώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απογειώσει | είχες απογειώσει | είχε απογειώσει | είχαμε απογειώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απογειώσει / να απογειώνω / να απογειώσω | να έχεις απογειώσει / να απογειώνεις / να απογειώσεις | να έχει απογειώσει / να απογειώνει / να απογειώσει | να έχουμε απογειώσει / να απογειώνουμε / να απογειώσουμε | να έχετε απογειώσει / να απογειώνετε / να απογειώσετε | να απογειώνουν / να απογειώνουνε / να απογειώσουν / να απογειώσουνε |
| Προστακτική | — | απογείωνε / απογείωσε | — | — | απογειώνετε / απογειώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →