Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απογεματινός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. απογευματινός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απογεματινός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπογεματινόςαπογεματινήαπογεματινό
Γενικήαπογεματινούαπογεματινήςαπογεματινού
Αιτιατικήαπογεματινόαπογεματινήαπογεματινό
Κλητικήαπογεματινέαπογεματινήαπογεματινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπογεματινοίαπογεματινέςαπογεματινά
Γενικήαπογεματινώναπογεματινώναπογεματινών
Αιτιατικήαπογεματινούςαπογεματινέςαπογεματινά
Κλητικήαπογεματινοίαπογεματινέςαπογεματινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →