απογευματινός
•
- που συμβαίνει το απόγευμα ή σχετίζεται με αυτό Βικιλεξικό
- Παλικαράκι ακόμα, την πρωτοείδα σε μια Κυριακάτικη απογευματινή βόλτα της. Όλη η Θεσσαλονίκη έκανε την Κυριακάτικη απογευματινή βόλτα της στη λεωφόρο των Εξοχών (Στέλλα Σελήνη, Προσωπική Υπόθεση, εκδ. Ακακία, 2018)
Ετυμολογία
απογευματινός < απόγευμα
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απογευματινός | απογευματινή | απογευματινό |
| Γενική | απογευματινού | απογευματινής | απογευματινού |
| Αιτιατική | απογευματινό | απογευματινή | απογευματινό |
| Κλητική | απογευματινέ | απογευματινή | απογευματινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απογευματινοί | απογευματινές | απογευματινά |
| Γενική | απογευματινών | απογευματινών | απογευματινών |
| Αιτιατική | απογευματινούς | απογευματινές | απογευματινά |
| Κλητική | απογευματινοί | απογευματινές | απογευματινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →