απογριφώνω
•
- σπάνιολύνω κάποιον γρίφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απογριφώνω < απο- + γρίφος + -ώνω < αρχαία ελληνική γρῖφος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απογριφώνω | απογριφώνεις | απογριφώνει | απογριφώνουμε | απογριφώνετε | απογριφώνουν / απογριφώνουνε |
| Παρατατικός | απογρίφωνα | απογρίφωνες | απογρίφωνε | απογριφώναμε | απογριφώνατε | απογρίφωναν / απογριφώναν / απογριφώνανε |
| Αόριστος | απογρίφωσα | απογρίφωσες | απογρίφωσε | απογριφώσαμε | απογριφώσατε | απογρίφωσαν / απογριφώσαν / απογριφώσανε |
| Μέλλοντας | θα απογριφώνω / θα απογριφώσω | θα απογριφώνεις / θα απογριφώσεις | θα απογριφώνει / θα απογριφώσει | θα απογριφώνουμε / θα απογριφώσουμε | θα απογριφώνετε / θα απογριφώσετε | θα απογριφώνουν / θα απογριφώνουνε / θα απογριφώσουν / θα απογριφώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απογριφώσει | έχεις απογριφώσει | έχει απογριφώσει | έχουμε απογριφώσει | έχετε απογριφώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απογριφώσει | είχες απογριφώσει | είχε απογριφώσει | είχαμε απογριφώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απογριφώσει / να απογριφώνω / να απογριφώσω | να έχεις απογριφώσει / να απογριφώνεις / να απογριφώσεις | να έχει απογριφώσει / να απογριφώνει / να απογριφώσει | να έχουμε απογριφώσει / να απογριφώνουμε / να απογριφώσουμε | να έχετε απογριφώσει / να απογριφώνετε / να απογριφώσετε | να απογριφώνουν / να απογριφώνουνε / να απογριφώσουν / να απογριφώσουνε |
| Προστακτική | — | απογρίφωνε / απογρίφωσε | — | — | απογριφώνετε / απογριφώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →