απογυμνωτής
•
- εργαλείο που έχει μορφή λαβίδας για την απογύμνωση καλωδίων Βικιλεξικό
- χημείαδοχείο που απομακρύνει πτητικές και αέριες ενώσεις από υγρό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απογυμνωτής < απογυμνώ(νω) + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απογυμνωτής | απογυμνωτές |
| Γενική | απογυμνωτή | απογυμνωτών |
| Αιτιατική | απογυμνωτή | απογυμνωτές |
| Κλητική | απογυμνωτή | απογυμνωτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →