απογυμνώνω
•
- γδύνω τελείως Βικιλεξικό
- στερώ ή αφαιρώ από κάποιον κάτι που κατέχει (και τον βοηθάει ή τον καλύπτει) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απογυμνώνω < αρχαία ελληνική ἀπογυμνόω / ἀπογυμνῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απογυμνώνω | απογυμνώνεις | απογυμνώνει | απογυμνώνουμε | απογυμνώνετε | απογυμνώνουν / απογυμνώνουνε |
| Παρατατικός | απογύμνωνα | απογύμνωνες | απογύμνωνε | απογυμνώναμε | απογυμνώνατε | απογυμνώναν / απογυμνώνανε / απογύμνωναν |
| Αόριστος | απογύμνωσα | απογύμνωσες | απογύμνωσε | απογυμνώσαμε | απογυμνώσατε | απογυμνώσαν / απογυμνώσανε / απογύμνωσαν |
| Μέλλοντας | θα απογυμνώνω / θα απογυμνώσω | θα απογυμνώνεις / θα απογυμνώσεις | θα απογυμνώνει / θα απογυμνώσει | θα απογυμνώνουμε / θα απογυμνώσουμε | θα απογυμνώνετε / θα απογυμνώσετε | θα απογυμνώνουν / θα απογυμνώνουνε / θα απογυμνώσουν / θα απογυμνώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απογυμνώσει | έχεις απογυμνώσει | έχει απογυμνώσει | έχουμε απογυμνώσει | έχετε απογυμνώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απογυμνώσει | είχες απογυμνώσει | είχε απογυμνώσει | είχαμε απογυμνώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απογυμνώσει / να απογυμνώνω / να απογυμνώσω | να έχεις απογυμνώσει / να απογυμνώνεις / να απογυμνώσεις | να έχει απογυμνώσει / να απογυμνώνει / να απογυμνώσει | να έχουμε απογυμνώσει / να απογυμνώνουμε / να απογυμνώσουμε | να έχετε απογυμνώσει / να απογυμνώνετε / να απογυμνώσετε | να απογυμνώνουν / να απογυμνώνουνε / να απογυμνώσουν / να απογυμνώσουνε |
| Προστακτική | — | απογύμνωνε / απογύμνωσε | — | — | απογυμνώνετε / απογυμνώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →