αποδεκατίζω
•
- φθείρω σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
- ειδικότερασκοτώνω ομαδικά πάρα πολλούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδεκατίζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποδεκατίζω (παίρνω τη δεκάτη ως φόρο) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική décimer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποδεκατίζω | αποδεκατίζεις | αποδεκατίζει | αποδεκατίζουμε | αποδεκατίζετε | αποδεκατίζουν / αποδεκατίζουνε |
| Παρατατικός | αποδεκάτιζα | αποδεκάτιζες | αποδεκάτιζε | αποδεκατίζαμε | αποδεκατίζατε | αποδεκάτιζαν / αποδεκατίζαν / αποδεκατίζανε |
| Αόριστος | αποδεκάτισα | αποδεκάτισες | αποδεκάτισε | αποδεκατίσαμε | αποδεκατίσατε | αποδεκάτισαν / αποδεκατίσαν / αποδεκατίσανε |
| Μέλλοντας | θα αποδεκατίζω / θα αποδεκατίσω | θα αποδεκατίζεις / θα αποδεκατίσεις | θα αποδεκατίζει / θα αποδεκατίσει | θα αποδεκατίζουμε / θα αποδεκατίσουμε | θα αποδεκατίζετε / θα αποδεκατίσετε | θα αποδεκατίζουν / θα αποδεκατίζουνε / θα αποδεκατίσουν / θα αποδεκατίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποδεκατίσει | έχεις αποδεκατίσει | έχει αποδεκατίσει | έχουμε αποδεκατίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποδεκατίσει | είχες αποδεκατίσει | είχε αποδεκατίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποδεκατίσει / να αποδεκατίζω / να αποδεκατίσω | να έχεις αποδεκατίσει / να αποδεκατίζεις / να αποδεκατίσεις | να έχει αποδεκατίσει / να αποδεκατίζει / να αποδεκατίσει | να έχουμε αποδεκατίσει / να αποδεκατίζουμε / να αποδεκατίσουμε | να αποδεκατίζετε / να αποδεκατίσετε | να αποδεκατίζουν / να αποδεκατίζουνε / να αποδεκατίσουν / να αποδεκατίσουνε |
| Προστακτική | — | αποδεκάτιζε / αποδεκάτισε | — | — | αποδεκατίζετε / αποδεκατίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποδεκατίστηκααποδεκατίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →