αποδιοπομπαίος
•
- που εκδιώκεται από κάπου με ταπεινωτικό τρόπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδιοπομπαίος < νεότερος (από το 1880) λόγιος σχηματισμός από την ελληνιστική λέξη ἀποπομπαῖος με επίδραση του αρχαίου ρήματος ἀποδιοπομπέομαι
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποδιοπομπαίος | αποδιοπομπαία | αποδιοπομπαίο |
| Γενική | αποδιοπομπαίου | αποδιοπομπαίας | αποδιοπομπαίου |
| Αιτιατική | αποδιοπομπαίο | αποδιοπομπαία | αποδιοπομπαίο |
| Κλητική | αποδιοπομπαίε | αποδιοπομπαία | αποδιοπομπαίο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποδιοπομπαίοι | αποδιοπομπαίες | αποδιοπομπαία |
| Γενική | αποδιοπομπαίων | αποδιοπομπαίων | αποδιοπομπαίων |
| Αιτιατική | αποδιοπομπαίους | αποδιοπομπαίες | αποδιοπομπαία |
| Κλητική | αποδιοπομπαίοι | αποδιοπομπαίες | αποδιοπομπαία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →