αποδοκιμάζω
•
- κατακρίνω, εκφράζομαι αρνητικά εναντίον ανθρώπου ή ενέργειας Βικιλεξικό
- γιουχάρω, εκδηλώνω έντονη απαρέσκεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδοκιμάζω < αρχαία ελληνική ἀποδοκιμάζω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική désapprouver)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποδοκιμάζω | αποδοκιμάζεις | αποδοκιμάζει | αποδοκιμάζουμε | αποδοκιμάζετε | αποδοκιμάζουν / αποδοκιμάζουνε |
| Παρατατικός | αποδοκίμαζα | αποδοκίμαζες | αποδοκίμαζε | αποδοκιμάζαμε | αποδοκιμάζατε | αποδοκίμαζαν / αποδοκιμάζαν / αποδοκιμάζανε |
| Αόριστος | αποδοκίμασα | αποδοκίμασες | αποδοκίμασε | αποδοκιμάσαμε | αποδοκιμάσατε | αποδοκίμασαν / αποδοκιμάσαν / αποδοκιμάσανε |
| Μέλλοντας | θα αποδοκιμάζω / θα αποδοκιμάσω | θα αποδοκιμάζεις / θα αποδοκιμάσεις | θα αποδοκιμάζει / θα αποδοκιμάσει | θα αποδοκιμάζουμε / θα αποδοκιμάσουμε | θα αποδοκιμάζετε / θα αποδοκιμάσετε | θα αποδοκιμάζουν / θα αποδοκιμάζουνε / θα αποδοκιμάσουν / θα αποδοκιμάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποδοκιμάσει | έχεις αποδοκιμάσει | έχει αποδοκιμάσει | έχουμε αποδοκιμάσει | έχετε αποδοκιμάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποδοκιμάσει | είχες αποδοκιμάσει | είχε αποδοκιμάσει | είχαμε αποδοκιμάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποδοκιμάσει / να αποδοκιμάζω / να αποδοκιμάσω | να έχεις αποδοκιμάσει / να αποδοκιμάζεις / να αποδοκιμάσεις | να έχει αποδοκιμάσει / να αποδοκιμάζει / να αποδοκιμάσει | να έχουμε αποδοκιμάσει / να αποδοκιμάζουμε / να αποδοκιμάσουμε | να έχετε αποδοκιμάσει / να αποδοκιμάζετε / να αποδοκιμάσετε | να αποδοκιμάζουν / να αποδοκιμάζουνε / να αποδοκιμάσουν / να αποδοκιμάσουνε |
| Προστακτική | — | αποδοκίμαζε / αποδοκίμασε | — | — | αποδοκιμάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποδοκιμάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →