Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποδρομή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη παρέκκλιση από την ευθεία πορεία, την ευθεία οδό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποδρομή < ελληνιστική κοινή ἀποδρομή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποδρομήαποδρομές
Γενικήαποδρομήςαποδρομών
Αιτιατικήαποδρομήαποδρομές
Κλητικήαποδρομήαποδρομές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →