αποδρομή
•
- λόγιοη παρέκκλιση από την ευθεία πορεία, την ευθεία οδό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδρομή < ελληνιστική κοινή ἀποδρομή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποδρομή | αποδρομές |
| Γενική | αποδρομής | αποδρομών |
| Αιτιατική | αποδρομή | αποδρομές |
| Κλητική | αποδρομή | αποδρομές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →