αποδυτήριο
•
- συνήθως στον πληθυντικό: αποδυτήριαειδικό δωμάτιο ή εγκατάσταση σε γήπεδο, γυμναστήριο κ.λπ. όπου οι αθλητές κ.ά. αλλάζουν ρούχα πριν ή και μετά από αγώνα, εκγύμναση κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδυτήριο < αρχαία ελληνική ἀποδυτήριον < ἀποδύω < ἀπό + δύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποδυτήριο | αποδυτήρια |
| Γενική | αποδυτήριου / αποδυτηρίου | αποδυτηρίων |
| Αιτιατική | αποδυτήριο | αποδυτήρια |
| Κλητική | αποδυτήριο | αποδυτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →