Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποδόσιμος

/a.poˈðo.si.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που θα αποδοθεί ή μπορεί να αποδοθεί εκεί όπου ανήκει Βικιλεξικό
    • αποδόσιμο ποσό, φόρος

Ετυμολογία

αποδόσιμος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποδόσιμος (που αποκαθίσταται)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποδόσιμοςαποδόσιμηαποδόσιμο
Γενικήαποδόσιμουαποδόσιμηςαποδόσιμου
Αιτιατικήαποδόσιμοαποδόσιμηαποδόσιμο
Κλητικήαποδόσιμεαποδόσιμηαποδόσιμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποδόσιμοιαποδόσιμεςαποδόσιμα
Γενικήαποδόσιμωναποδόσιμωναποδόσιμων
Αιτιατικήαποδόσιμουςαποδόσιμεςαποδόσιμα
Κλητικήαποδόσιμοιαποδόσιμεςαποδόσιμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →