αποζημίωση
•
- το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε αυτόν που έπαθε κάποια ζημιά από τον υπαίτιο ή το κράτος Βικιλεξικό
- Η άμεση και δίκαιη αποζημίωση των πληγέντων από φυσικές καταστροφές αποτελεί προτεραιότητα για κάθε ευνομούμενη πολιτεία. Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελληνική κυβέρνηση θεσμοθέτησε το μόνιμο μηχανισμό Κρατικής Αρωγής για την αποκατάσταση ζημιών από φυσικές καταστροφές, ώστε οι αποζημιώσεις να δίνονται στο σωστό χρόνο, με δίκαιη αποτίμηση, σύντομες και ψηφιοποιημένες διαδικασίες χωρίς περιττή γραφειοκρατία.
- το χρηματικό ποσό που καταβάλλεται σε κάποιον για την εκτέλεση ενός ορισμένου έργου, αμοιβή Βικιλεξικό
- γενικότεραη υλική ή κυρίως η ηθική ανταμοιβή που κερδίζει κάποιος για τους κόπους του και την προσφορά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποζημίωση < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποζημίωση | αποζημιώσεις |
| Γενική | αποζημίωσης | αποζημιώσεων |
| Αιτιατική | αποζημίωση | αποζημιώσεις |
| Κλητική | αποζημίωση | αποζημιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →