αποζητώ
•
- ζητώ κάτι με μεγάλη ένταση, λαχταρώ Βικιλεξικό
- Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.
- αναζητώ Βικιλεξικό
- επιθυμώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποζητώ < μεσαιωνική ελληνική αποζητώ < απο- + ζητώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →