αποζουρλαίνω
•
- αποτρελαίνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποζουρλαίνω < απο- + ζουρλαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποζουρλαίνω | αποζουρλαίνεις | αποζουρλαίνει | αποζουρλαίνουμε | αποζουρλαίνετε | αποζουρλαίνουν / αποζουρλαίνουνε |
| Παρατατικός | αποζούρλαινα | αποζούρλαινες | αποζούρλαινε | αποζουρλαίναμε | αποζουρλαίνατε | αποζουρλαίναν / αποζουρλαίνανε / αποζούρλαιναν |
| Αόριστος | αποζούρλανα | αποζούρλανες | αποζούρλανε | αποζουρλάναμε | αποζουρλάνατε | αποζουρλάναν / αποζουρλάνανε / αποζούρλαναν |
| Μέλλοντας | θα αποζουρλάνω / θα αποζουρλαίνω | θα αποζουρλάνεις / θα αποζουρλαίνεις | θα αποζουρλάνει / θα αποζουρλαίνει | θα αποζουρλάνουμε / θα αποζουρλαίνουμε | θα αποζουρλάνετε / θα αποζουρλαίνετε | θα αποζουρλάνουν / θα αποζουρλάνουνε / θα αποζουρλαίνουν / θα αποζουρλαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποζουρλάνει | έχεις αποζουρλάνει | έχει αποζουρλάνει | έχουμε αποζουρλάνει | έχετε αποζουρλάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποζουρλάνει | είχες αποζουρλάνει | είχε αποζουρλάνει | είχαμε αποζουρλάνει | είχατε αποζουρλάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω αποζουρλάνει / να αποζουρλάνω / να αποζουρλαίνω | να έχεις αποζουρλάνει / να αποζουρλάνεις / να αποζουρλαίνεις | να έχει αποζουρλάνει / να αποζουρλάνει / να αποζουρλαίνει | να έχουμε αποζουρλάνει / να αποζουρλάνουμε / να αποζουρλαίνουμε | να έχετε αποζουρλάνει / να αποζουρλάνετε / να αποζουρλαίνετε | να αποζουρλάνουν / να αποζουρλάνουνε / να αποζουρλαίνουν / να αποζουρλαίνουνε |
| Προστακτική | — | αποζούρλαινε / αποζούρλανε | — | — | αποζουρλάνετε / αποζουρλαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →