Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποθήκευση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια του αποθηκεύω, η τοποθέτηση σε αποθήκη ή άλλο μέρος για διατήρηση ή για φύλαξη Βικιλεξικό
    • Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Green Deal και της μετάβασης προς μια οικονομία ουδέτερου ισοζυγίου άνθρακα έως το 2050, με όχημα της Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η αποθήκευση ενέργειας με τη μέθοδο της αντλησιοταμίευσης θεωρείται κομβική (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 https://www.tovima.gr/print/finance/ora-miden-gia-tin-apothikeysi-energeias/)
    • παιδιά με παχύσαρκους γονείς μπορεί να κληρονομήσουν την προδιάθεση για υπερβαρότητα μέσω γονιδίων που επηρεάζουν τον μεταβολισμό και την αποθήκευση λίπους (Σταύρος Θεοδωράκης, Άρης Βουρβούλιας, 14 σκιές και αλήθειες της Ελλάδας, 2025, σελ. 1862)
  2. πληροφορικήη εγγραφή ενός αρχείου στο δίσκο Βικιλεξικό
  3. πληροφορικήη εγγραφή δεδομένων σε μνήμη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποθήκευση < αποθηκεύω + -ση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποθήκευσηαποθηκεύσεις
Γενικήαποθήκευσηςαποθηκεύσεων
Αιτιατικήαποθήκευσηαποθηκεύσεις
Κλητικήαποθήκευσηαποθηκεύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →