αποθεματοποίηση
•
- νεολογισμόςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποθεματοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθεματοποίηση < αποθεματοποιώ + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποθεματοποίηση | αποθεματοποιήσεις |
| Γενική | αποθεματοποίησης | αποθεματοποιήσεων |
| Αιτιατική | αποθεματοποίηση | αποθεματοποιήσεις |
| Κλητική | αποθεματοποίηση | αποθεματοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →