αποθεματοποιώ
•
- νεολογισμόςδημιουργώ κάποιο απόθεμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθεματοποιώ < απόθεμα + -ο- + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποθεματοποιώ | αποθεματοποιείς | αποθεματοποιεί | αποθεματοποιούμε | αποθεματοποιείτε | αποθεματοποιούν / αποθεματοποιούνε |
| Παρατατικός | αποθεματοποιούσα | αποθεματοποιούσες | αποθεματοποιούσε | αποθεματοποιούσαμε | αποθεματοποιούσατε | αποθεματοποιούσαν / αποθεματοποιούσανε |
| Αόριστος | αποθεματοποίησα | αποθεματοποίησες | αποθεματοποίησε | αποθεματοποιήσαμε | αποθεματοποιήσατε | αποθεματοποίησαν / αποθεματοποιήσαν / αποθεματοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα αποθεματοποιήσω / θα αποθεματοποιώ | θα αποθεματοποιήσεις / θα αποθεματοποιείς | θα αποθεματοποιήσει / θα αποθεματοποιεί | θα αποθεματοποιήσουμε / θα αποθεματοποιούμε | θα αποθεματοποιήσετε / θα αποθεματοποιείτε | θα αποθεματοποιήσουν / θα αποθεματοποιήσουνε / θα αποθεματοποιούν / θα αποθεματοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω αποθεματοποιήσει | έχεις αποθεματοποιήσει | έχει αποθεματοποιήσει | έχουμε αποθεματοποιήσει | έχετε αποθεματοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποθεματοποιήσει | είχες αποθεματοποιήσει | είχε αποθεματοποιήσει | είχαμε αποθεματοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποθεματοποιήσει / να αποθεματοποιήσω / να αποθεματοποιώ | να έχεις αποθεματοποιήσει / να αποθεματοποιήσεις / να αποθεματοποιείς | να έχει αποθεματοποιήσει / να αποθεματοποιήσει / να αποθεματοποιεί | να έχουμε αποθεματοποιήσει / να αποθεματοποιήσουμε / να αποθεματοποιούμε | να έχετε αποθεματοποιήσει / να αποθεματοποιήσετε / να αποθεματοποιείτε | να αποθεματοποιήσουν / να αποθεματοποιήσουνε / να αποθεματοποιούν / να αποθεματοποιούνε |
| Προστακτική | — | αποθεματοποίει / αποθεματοποίησε | — | — | αποθεματοποιήστε / αποθεματοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →