Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποθεματοποιώ

ρήμα
•
  1. νεολογισμόςδημιουργώ κάποιο απόθεμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποθεματοποιώ < απόθεμα + -ο- + -ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποθεματοποιώαποθεματοποιείςαποθεματοποιείαποθεματοποιούμεαποθεματοποιείτεαποθεματοποιούν / αποθεματοποιούνε
Παρατατικόςαποθεματοποιούσααποθεματοποιούσεςαποθεματοποιούσεαποθεματοποιούσαμεαποθεματοποιούσατεαποθεματοποιούσαν / αποθεματοποιούσανε
Αόριστοςαποθεματοποίησααποθεματοποίησεςαποθεματοποίησεαποθεματοποιήσαμεαποθεματοποιήσατεαποθεματοποίησαν / αποθεματοποιήσαν / αποθεματοποιήσανε
Μέλλονταςθα αποθεματοποιήσω / θα αποθεματοποιώθα αποθεματοποιήσεις / θα αποθεματοποιείςθα αποθεματοποιήσει / θα αποθεματοποιείθα αποθεματοποιήσουμε / θα αποθεματοποιούμεθα αποθεματοποιήσετε / θα αποθεματοποιείτεθα αποθεματοποιήσουν / θα αποθεματοποιήσουνε / θα αποθεματοποιούν / θα αποθεματοποιούνε
Παρακείμενοςέχω αποθεματοποιήσειέχεις αποθεματοποιήσειέχει αποθεματοποιήσειέχουμε αποθεματοποιήσειέχετε αποθεματοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα αποθεματοποιήσειείχες αποθεματοποιήσειείχε αποθεματοποιήσειείχαμε αποθεματοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω αποθεματοποιήσει / να αποθεματοποιήσω / να αποθεματοποιώνα έχεις αποθεματοποιήσει / να αποθεματοποιήσεις / να αποθεματοποιείςνα έχει αποθεματοποιήσει / να αποθεματοποιήσει / να αποθεματοποιείνα έχουμε αποθεματοποιήσει / να αποθεματοποιήσουμε / να αποθεματοποιούμενα έχετε αποθεματοποιήσει / να αποθεματοποιήσετε / να αποθεματοποιείτενα αποθεματοποιήσουν / να αποθεματοποιήσουνε / να αποθεματοποιούν / να αποθεματοποιούνε
Προστακτική—αποθεματοποίει / αποθεματοποίησε——αποθεματοποιήστε / αποθεματοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →