Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποθετήριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μέρος όπου αποτίθενται ή φυλάγονται διάφορα πράγματα σε υλική ή άυλη μορφή Βικιλεξικό
    • Στα ηλεκτρονικά αποθετήρια που αναπτύσσει το ΕΚΤ περιλαμβάνονται εκατομμύρια ηλεκτρονικές σελίδες με υλικό από όλες τις επιστήμες. Επιλέξτε το αποθετήριο που σας ενδιαφέρει και αποκτήστε ελεύθερη πρόσβαση σε πλούσιο αρχείο ερευνητικών δεδομένων και μεταδεδομένων, διδακτορικές διατριβές, βιβλία, μελέτες, επιστημονικές δημοσιεύσεις, εκπαιδευτικό υλικό, ανοικτό λογισμικό και οπτικοακουστικές εφαρμογές. (*)
  2. πληροφορικήθέση αποθήκευσης για αρχεία, συνήθως σε δίκτυο (πχ. διαδίκτυο), τα πακέτα λογισμικού με δυνατότητα λήψης, όπως και τα αρχεία σε ένα σύστημα ελέγχου εκδόσεων (VCS) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποθετήριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου αποθετήριος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαποθετήριοαποθετήρια
Γενικήαποθετήριου / αποθετηρίουαποθετήριων / αποθετηρίων
Αιτιατικήαποθετήριοαποθετήρια
Κλητικήαποθετήριοαποθετήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →