αποθηκάριος
•
- επάγγελματο άτομο που είναι υπεύθυνο για τη διαχείριση των υλικών που υπάρχουν σε μια αποθήκη Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςστρατιωτική ειδικότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθηκάριος < ελληνιστική κοινή ἀποθηκάριος < αρχαία ελληνική ἀποθήκη + ελληνιστική κοινή -άριος (< λατινική -arius)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποθηκάριος | αποθηκάριοι |
| Γενική | αποθηκάριου | αποθηκάριων |
| Αιτιατική | αποθηκάριο | αποθηκάριους |
| Κλητική | αποθηκάριε | αποθηκάριοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →