αποθηκευτής
•
- οικονομίαπρόσωπο ή φορέας με θεσμική άδεια κατοχής προϊόντων με προοπτική εμπορικής διάθεσης Βικιλεξικό
- τεχνολογίασυσκευή ή μέσο στο οποίο αποθηκεύονται δεδομένα για ανάκτηση ή χρήση σε υπολογιστικό σύστημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθηκευτής < αποθηκεύω + -τής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποθηκευτής | αποθηκευτές |
| Γενική | αποθηκευτή | αποθηκευτών |
| Αιτιατική | αποθηκευτή | αποθηκευτές |
| Κλητική | αποθηκευτή | αποθηκευτές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →