αποθηκεύω
•
- τοποθετώ, βάζω κάτι σε αποθήκη για μελλοντική χρήση Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάσυσσωρεύω, συγκεντρώνω, μαζεύω κάτι Βικιλεξικό
- πληροφορικήκαταγράφω ένα αρχείο ή γενικότερα δεδομένα στον σκληρό δίσκο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθηκεύω < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →