αποθηρίωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποθηριώνω Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποθηριώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθηρίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποθηρίω(σις) + -ση → δείτε τις λέξεις αποθηριώνω και θηρίο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποθηρίωση | αποθηριώσεις |
| Γενική | αποθηρίωσης | αποθηριώσεων |
| Αιτιατική | αποθηρίωση | αποθηριώσεις |
| Κλητική | αποθηρίωση | αποθηριώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →