αποθρασυμένος
•
- που έχει αποθρασυνθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποθρασυμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου αποθρασύνω
Άλλοι τύποι
αποθρασυμένααποθρασυμένεαποθρασυμένεςαποθρασυμένηαποθρασυμένηςαποθρασυμένοαποθρασυμένοιαποθρασυμένοςαποθρασυμένουαποθρασυμένουςαποθρασυμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →